Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

Η ΕΕ μετά το «Οχι» της Ιρλανδίας


Τα δημοψηφίσματα βλάπτουν σοβαρά την (πολιτική) υγεία της Ευρώπης 


Μ. ΣΠΙΝΘΟΥΡΑΚΗΣ 

Τα δημοψηφίσματα βλάπτουν σοβαρά την πολιτική υγεία της Ευρώπης. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που συνάγεται μετά το «Οχι» που ψήφισε το 53,4% των Ιρλανδών οι οποίοι έκαναν τον κόπο (ο ένας στους δύο) να προσέλθουν την Πέμπτη στις κάλπες προκειμένου να μετάσχουν στο δημοψήφισμα για την ψήφιση ή όχι της Συνθήκης της Λισαβόνας. Ενα δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε μόνο στην Ιρλανδία μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ, και αυτό επειδή ήταν συνταγματικώς επιβεβλημένο. 

Το παράδοξο με τους Ιρλανδούς είναι ότι ενώ εντάχθηκαν ενθουσιωδώς πριν από 36 χρόνια στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, έκτοτε άρχισαν αφενός μεν να αυξάνουν εντυπωσιακά το βιοτικό τους επίπεδο - χάρη στα κοινοτικά κονδύλια -, αφετέρου δε να αμφισβητούν την αξία της συμμετοχής τους στην Ενωμένη Ευρώπη. Ετσι το 1972, οπότε το μέσο εισόδημα των Ιρλανδών αναλογούσε στο 58% του μέσου κοινοτικού, το 84% εξ αυτών ψήφισε υπέρ της προσχώρησης στην τότε ΕΟΚ. Σήμερα που το εισόδημά τους αναλογεί στο 130% του μέσου κοινοτικού ψηφίζουν κατά της προώθησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης. 
Ωστόσο τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία για τις Βρυξέλλες και τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι δημοσκοπήσεις σκιαγραφούσαν από καιρό το αρνητικό κλίμα, οι ιθύνοντες της ΕΕ ήταν personae non gratae στο Δουβλίνο για να μην προκαλέσουν το κοινό αίσθημα και η πολιτική ηγεσία της χώρας αδυνατούσε να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις του λαϊκισμού οι οποίες άλλοτε υποστήριζαν πως η Ευρώπη θέλει να επιτραπούν οι απαγορευμένες εκ του Συντάγματος της χώρας αμβλώσεις και άλλοτε ότι η ΕΕ προτιμά τα λατινοαμερικανικά κρέατα έναντι των ιρλανδικών. 
Από προχθές όμως ένα είναι το ερώτημα που κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση: και τώρα τι γίνεται; 
Η πρώτη απάντηση ήλθε από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, ο οποίος την Παρασκευή το απόγευμα κάλεσε τα οκτώ κράτη-μέλη της ΕΕ που δεν έχουν ακόμη κυρώσει τη Συνθήκη της Λισαβόνας να το πράξουν, αδιαφορώντας για τα νέα από το Δουβλίνο. Με άλλα λόγια διευκρίνισε ότι στόχος είναι να κυρωθεί η Συνθήκη στα 26 από τα 27 κράτη-μέλη και στη συνέχεια να κληθεί η ιρλανδική πολιτική ηγεσία να προτείνει λύση, με την πλάτη στον τοίχο. Στο ίδιο μήκος κύματος εκινείτο και η κοινή γαλλογερμανική ανακοίνωση του κ. Σαρκοζί και της κυρίας Μέρκελ που ακολούθησε, δίδοντας λίγο - πολύ το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθούν οι διαβουλεύσεις στη σύνοδο κορυφής της Παρασκευής όπου το ιρλανδικό ζήτημα, μαζί με αυτό της ακρίβειας, μάλλον θα κυριαρχήσει. 
Οι πολιτικοί ιθύνοντες των Βρυξελλών θυμούνται άλλωστε το τι συνέβη το 2001. Οι Ιρλανδοί είπαν σε πρώτη φάση «Οχι» στη Συνθήκη της Νίκαιας την οποία στη συνέχεια επικύρωσαν, με δεύτερο δημοψήφισμα, αφού βεβαίως έλαβαν κάποια τυπική εν πολλοίς εγγύηση ότι δεν διακυβεύεται η παραδοσιακή ουδετερότητά τους στα διπλωματικά και στα αμυντικά ζητήματα. Πρόκειται για το καλύτερο και πλέον ανώδυνο πολιτικώς σενάριο το οποίο είναι βέβαιον ότι θα προωθήσει ο πρόεδρος της Γαλλίας κ. Νικολά Σαρκοζί ο οποίος σε δύο εβδομάδες παραλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει όλες οι χώρες που απομένουν να κυρώσουν τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Κάτι που ουδόλως είναι εξασφαλισμένο αφού μεταξύ αυτών των χωρών είναι η Βρετανία και η Τσεχία στις οποίες αφενός μεν επικρατεί αντιευρωπαϊκό εν γένει κλίμα, αφετέρου δε το ζήτημα της Ευρώπης αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης. 
Το δεύτερο πιθανό ενδεχόμενο είναι να προχωρήσουν τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ στην εφαρμογή, έστω και εν μέρει, της Συνθήκης της Λισαβόνας, αφήνοντας ατύπως εκτός την Ιρλανδία. Από νομικής απόψεως το ενδεχόμενο αυτό είναι εξαιρετικά θολό και μάλλον θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα λύσει. 
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι το status quo, δηλαδή να συνεχίσει να λειτουργεί η ΕΕ με βάση την ισχύουσα σήμερα Συνθήκη της Νίκαιας. Εν προκειμένω τα προβλήματα είναι επίσης πολλά αφού η εν λόγω Συνθήκη δεν συντάχθηκε για την ΕΕ των 27 χωρών-μελών και η έκδοση των αποφάσεων θα είναι εφεξής ιδιαίτερα δυσχερής. 
Το τέταρτο ενδεχόμενο είναι η επαναδιαπραγμάτευση όλων των ζητημάτων εξαρχής. Αυτό σημαίνει ότι για τον επόμενο χρόνο η ΕΕ θα συνεχίσει τις αέναες συζητήσεις με στόχο την εκπόνηση νέας Συνθήκης, η οποία ακολούθως θα τεθεί εκ νέου υπό την κρίση των Ιρλανδών και οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα θα αρνηθούν να την εγκρίνουν, όπως θα έπραττε κάθε λογικός άνθρωπος με ένα κείμενο το οποίο δεν κατανοεί. 
Εκ των ανωτέρω, λοιπόν, όπως ανέφερε έμπειρος κοινοτικός διπλωμάτης, δύο συμπεράσματα μπορούν να συναχθούν. Το πρώτο είναι ότι περίπλοκες διεθνείς συμβάσεις, όπως η εκάστοτε κοινοτική Συνθήκη, δεν είναι δυνατόν να αποτελούν αντικείμενα δημοψηφισμάτων. Το δεύτερο είναι ότι οι ευρωπαίοι πολιτικοί θα πρέπει κάποτε να αντιληφθούν πως όσο επιδιώκουν να καρπώνονται οι ίδιοι τις όποιες επιτυχίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και ταυτόχρονα να της χρεώνουν τα όποια προβλήματα τόσο το ένα «Οχι» θα διαδέχεται το άλλο στα δημοψηφίσματα για την Ευρώπη. 


Το ΒΗΜΑ, 15/06/2008 , Σελ.: A13
Κωδικός άρθρου: B15385A131
ID: 295246

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούνται οι φίλοι που καταθέτουν τις απόψεις τους να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο για να διευκολύνεται ο διάλογος. Μηνύματα τα οποία προσβάλλουν τον συγγραφέα του άρθρου, υβριστικά μηνύματα ή μηνύματα εκτός θέματος θα διαγράφονται. Προτιμήστε την ελληνική γλώσσα αντί για greeklish.